Ειναι δεκα καθρεπτες

Εγκλωβίζεσαι σε ερωτηματικά και άγνωστα μονοπάτια.

Μπλέκεις σε ιστορίες που δε φτιάχτηκαν για σένα, που δεν είναι για τη ζωή σου. Μπλέκεις σε κάτι δύσβατα μονοπάτια με άγνωστη κατεύθυνση και προσπαθείς να περπατήσεις μα ο δρόμος έχει τόσα εμπόδια που απλά χάνεσαι. Και περπατάς. Δίχως φως, δίχως χάρτη, δίχως καθοδηγητή. Ξανά και ξανά, έως ότου ταλαιπωρηθείς και πικραθείς.

Γιατί σου αρέσουν εκείνοι οι περίπατοι; Γιατί επιμένεις να μην αλλάζεις μονοπάτι; Γιατί σε γεμίζει αυτό το άγνωστο και τόσο σκοτεινό δρομάκι; Γιατί επιμένεις στο ίδιο μοτίβο, στον ίδιο δρόμο, στην ίδια κατεύθυνση;

Θα σου πω εγώ.

Γιατί δεν σε πιστεύεις. Δεν σε εμπιστεύεσαι. Δεν μπορείς να ρίξεις μια κλοτσιά και να πας πέρα/μακριά. Μένεις στάσιμος σ’αυτό το τόσο γνωστό πλέον μονοπάτι. Το μονοπάτι των αμέτρητων ερωτηματικών και του τάχα μυστηρίου. Σε αυτό, όπου τελικά, έχεις γεννηθεί για να είσαι.

Αγνοείς.

Αγνοείς τις ενδείξεις, τις ταμπέλες, τα σημάδια του δρόμου και προχωράς. Απλά, δεν έχεις καταλάβει ότι κάνεις πάντοτε την ίδια διαδρομή. Δίχως κατάληξη, δίχως αρχή. Η ζωή σου ένας κύκλος επαναλήψεων. Μια ‘’βόλτα’’ άσκοπη. Μια βόλτα που μόνο σου παίρνει αλλά ποτέ δεν σου δίνει. Και εσύ εκεί. Να δίνεις. Να δίνεις ότι από όλα τα πολύτιμα έχεις. Να κρατάς μόνον τυχαίες, περιστασιακές αναμνήσεις, οι οποίες καλύπτουν προσωρινά τον κατά τα άλλα μεγάλο εγωισμό σου.

Ο δρόμος; ΙΔΙΟΣ. Εσύ; ΙΔΙΑ. Οι συνθήκες; ΙΔΙΕΣ.

Τι αλλάζει και τι προχωράει; Οι περαστικοί που απλά συναντάς σε αυτό το περίπατο. Έρχονται, μένουν για λίγο, αποκτούν αυτό που θέλουν από τον περίπατο και μετά συνεχίζουν, προχωρούν. Ποτέ δεν ήσουν καλός στο περπάτημα. Ποτέ δεν είχες δυνατό και συγκροτημένο περίπατο. Γιατί πολύ απλά, ποτέ σου δεν έμαθες τι περίπατο θέλεις να κάνεις.

Και όταν διψάς ξέρεις τι κάνεις; Λες ότι ξαποσταίνεις για λίγο, μα πίνεις όλο σου το νερό και στο τέλος δεν σου μένει άλλο και απελπίζεσαι. Απελπίζεσαι τόσο, που το βήμα σου γίνεται βαρύ. Ενοχλητικό, άγαρμπο και μεθυσμένο. Ξάφνου, γίνεσαι άχαρος και δυσάρεστος. Χάνεις όλον το περίπατο γιατί περπατάς σκυφτός και καμπουριασμένος. Χάνεις τα δέντρα, τις πολιτείες, τα δάση, το οξυγόνο, τη φύση, τη ζωή, μα κυρίως… το χρώμα.

Το χρώμα όπου κάποτε είχες σε αυτό το περίπατο. Το χρώμα όπου σου έδινε ζωή και σε ξύπναγε.

Ξέρεις γιατί δεν έχεις πια συνοδοιπόρους στον περίπατό σου; Γιατί εσύ ο ίδιος έχεις γίνει άχρωμος και άχαρος. Γιατί τα ενδιαφέροντά σου έχουν εξαφανιστεί. Ο μέσα σου εαυτός χάθηκε. Σβήστηκε στην τεράστια ανάλωση που του έκανες. Και τώρα τι σου έχει μείνει; Ένα δάσος να περπατήσεις μόνος. Με φτηνές και ψεύτικες Σειρήνες στο διάβα σου, που τάχα σου κάνουν τονωτικές ενέσεις. Μα ξέρεις, ότι σε λίγα μέτρα πιο κάτω και αυτές θα φύγουν.  Θα φύγουν και θα εξαφανιστούν. Όπως όλα άλλωστε. Και με τι μένεις; Με την ανάγκη για έναν ξεχωριστό περίπατο.

Τον περίπατο, όπου θα έχεις συντροφιά. Όπου θα σε  τραβάει απ΄τις λακκούβες και θα σε σηκώνει όταν θα πέφτεις. Μ’αυτόν που θα δώσει νόημα στο γιατί να θαυμάζεις το μονοπάτι. Αλλά κυρίως, εκείνον, όπου θα σου δείξει ένα νέο μονοπάτι. Και ας είναι δύσβατο, με βράχια, με ανηφόρες και ανώμαλες κατηφόρες. Γιατί εκεί, θα ξέρεις, ότι όταν έρθει η ώρα να ξαποστάσεις, ο συνοδοιπόρος σου δε θα σ’αφήσει. Και αν τελειώσεις το νερό σου, θα στερηθεί απ’το δικό του για να δροσίσει τα χείλη σου, που για λίγο, έχασαν το χαμόγελό τους.

Αυτός θα είναι και ο ομορφότερος περίπατος για εσένα. Για την ώρα, έχεις να κάνεις με τον περίπατο που πάντοτε σε συνοδεύει και θα σε συνοδεύει. Εκείνον τον μοναχικό αλλά και ίδιο περίπατο. Με μια κατεύθυνση, θα έλεγα κυκλική. Όπου βρίσκεσαι εσύ και οι δαίμονές σου. Αυτοί, που πάντοτε είναι εκεί, πάντοτε σε περιβάλλουν, αλλά με άλλη αμφίεση κάθε φορά.

Είναι σα να περπατάς με δεκάδες καθρέπτες γύρω σου. Ξέρεις γιατί; Γιατί ο κάθε καθρέπτης, ενώ έχει άλλο σύμβολο, αν τον κοιτάξεις καλύτερα, θα δεις εσένα. Εσένα, τα λάθη σου, τις πράξεις σου. Και κάθε φορά, ο καθρέπτης, θα είναι μεταμφιεσμένος σε άλλο άνθρωπο ο οποίος όμως, θα επιβεβαιώνει τις κινήσεις σου. Τις λάθος, τις απαγορευμένες, τις ανεξήγητες, τις μυστήριες, τις ανώριμες.

Και κάπου εδώ, σε κοιτώ. Σε κοιτώ και σε πιάνω να ακουμπάς αυτούς τους καθρέπτες, σα να θέλεις κάτι να τους πεις. Δεν μπορώ να ακούσω τι θέλεις να τους πεις γιατί ούτε και εσύ ακούς αυτά που τους λες. Δεν έχεις φωνή. Δεν βγαίνει φωνή. Βγαίνει μόνο ένα βλέμμα. Βλέμμα γεμάτο φωτιά. Φωτιά, η οποία όμως τρεμοσβήνει.

Και σταματάς τις προσπάθειες. Δεν συνεχίζεις να τους μιλάς, αλλά συνεχίζεις να τους κουβαλάς μαζί σου. Γιατί αυτοί οι καθρέπτες σε διαμόρφωσαν, σε μεγάλωσαν, σε άλλαξαν, σε έκαναν αδύναμα δυνατή, σου έδωσαν άποψη και σε έμαθαν να προσμένεις. Τι; Τον ένα, εκείνο καθρέπτη όπου μόλις τον αποκτήσεις, αυτόματα θα σπάσει και θα κάνει χίλια κομμάτια τους άλλους. Εκείνον τον καθρέπτη, που θα βλέπεις το είδωλό σου ολόκληρο, γεμάτο, περήφανο, με λαμπερά μάτια και χέρια ανοιχτά, γεμάτα σιγουριά.

Μέχρι τότε, κράτα τους δέκα καθρέπτες που σε στοιχειώνουν.

Έχουν λόγο που είναι εκεί.

Για μία φορά, άκουσέ με.